μάχαιρα

μάχαιρα
μάχαιρα
Grammatical information: f.
Meaning: `big knife, butchery knife' (Il.); posthom. also `short sword, dagger'.
Compounds: Compp., e.g. μαχαιρο-φόρος `sword-bearing', m. `sword-bearer' (IA), ἀ-μάχαιρος `without knife' (Pherecr.).
Derivatives: Diminut. μαχαίρ-ιον (Hp., X., Arist.), -ίς f. (Com., Str.), -ίδιον (Ph., Luc.); further μαχαιρᾶς m. `swordbearer' (pap., inscr.; Schwyzer 461), μαχαιρωτός `equipped with shword' (Gal., Paul. Aeg.; Chantraine Form. 305); μαχαιρίων, -ίωνος m. plantname = ξιφίον (Dsc. 4, 20, v. l. -ώνιον; after the form of the leaves, Strömberg Pflanzenn. 44), also as PN (Paus.); Μαχαιρεύς m. PN (Str., sch. Pi., Boßhardt 120).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Like γέραιρα, χίμαιρα, πίειρα a. o. ι̯α-deriv. of an r-stem, which might interchange with an n-stm (πίων) (Schwyzer 475, Chantraine Form. 234). Of old connected with μάχομαι, which Chantr. finds implausible; s. v. Semitic etymolog with all reserve by Lewy Fremdw. 177 (to Hebr. m ekērā `sword'; this rather from Greek after Gordon Antiquity 30,22ff. ); cf. Kretschmer Glotta 19, 160. Lat. LW [loanword] machaera. - Cf. also μάγειρος. No doubt a Pre-Greek word.
Page in Frisk: 2,186-187

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • μαχαίρα — μαχαίρᾱ , μάχαιρα large knife fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχαίρᾳ — μαχαίρᾱͅ , μάχαιρα large knife fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μαχαίρα — Μαχαίρᾱ , Μαχαίρευς masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχαιρα — large knife fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχαιρα — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 250 μ., 235 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, ΝΑ του Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αρκαλοχωρίου. * * * η (ΑM μάχαιρα) 1. όργανο με λαβή… …   Dictionary of Greek

  • μάχαιρα — η 1. το μεγάλο μαχαίρι. 2. φρ., «Μάχαιραν έδωσες μάχαιρα θα λάβεις», αυτοί που βλάπτουν τους άλλους τιμωρηθούν με τον ίδιο τρόπο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαχαίρα — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 250 μ., 235 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, ΝΑ του Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αρκαλοχωρίου. * * * η μεγάλο μαχαίρι. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • Μαχαιρᾶ — Μαχαιρεύς masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μαχαιρά, μονή — Ανδρικό μοναστήρι της Κύπρου, το οποίο εξαρτάται από την Αρχιεπισκοπή της Κύπρου. Ιδρύθηκε από τους μοναχούς Ιγνάτιο και Προκόπιο το 1172 και σήμερα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια του νησιού. Η μ.Μ. ενισχύθηκε ιδιαίτερα από τους… …   Dictionary of Greek

  • μαχαίρας — μαχαίρᾱς , μάχαιρα large knife fem acc pl μαχαίρᾱς , μάχαιρα large knife fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχαιρ' — μάχαιρα , μάχαιρα large knife fem nom/voc sg μάχαιραι , μάχαιρα large knife fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”